Ο όρος συνεκπαίδευση αναφέρεται
στην τοποθέτηση των μαθητών µε μειονεξίες σε πλαίσια γενικής εκπαίδευσης, µε
σκοπό τη διασφάλιση ίσων ευκαιριών και την εξασφάλιση του ελάχιστα
περιοριστικού περιβάλλοντος. Ένα από τα βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη
σύλληψη της ιδέας της συνεκπαίδευσης είναι το όραμα των ίδιων των γονέων οι
οποίοι επιθυμούν τα παιδιά τους να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες με τα υπόλοιπα
παιδιά και να έχουν ο δικαίωμα να είναι αποδεκτά, να μορφωθούν και να
επιτύχουν. Οι οικογένειες που έχουν παιδιά με ειδικές ανάγκες αποτελούν το
μεγαλύτερο κίνητρο για την εφαρμογή της συνεκπαίδευσης διότι δίνουν τον δικό
τους αγώνα καθημερινά ώστε τα παιδιά τους να νιώθουν πως δεν διαφέρουν σε
τίποτα από τους συνομήλικούς τους.
Ένα επιπλέον κ εξίσου βασικό
στοιχείο είναι το πώς βλέπουν τον εαυτό τους τα ίδια τα παιδιά. Συμμετέχοντας
σε μία τάξη κανονική με συμμαθητές που δεν έχουν κάποιο πρόβλημα, τα παιδιά
αυτά αποκτούν πίστη στον εαυτό τους, προσπαθούν για το καλύτερο και μέσα από
την προσπάθεια μαθαίνουν τα όριά τους και τις δυνατότητές τους. Ανακαλύπτουν
λοιπόν μία εικόνα του εαυτού τους που δεν ήξεραν μέχρι τότε και είναι περήφανα
για αυτό.
Επίσης, η διαδικασία της
«ένταξης» αποτελεί μεγάλο έναυσμα, καθώς στα δηµόσια γενικά σχολεία βρίσκεται
αναγκαστικά και το μεγαλύτερο ποσοστό των παιδιών αυτών, χωρίς ωστόσο να υπάρχει
ουσιαστική και δεσμευτική μέριμνα για την υποστήριξη των αναγκών τους. Ενέργεια
ένταξης μπορούμε να θωρήσουμε ότι αποτελεί η αποδοχή της «τοποθέτησης» των
παιδιών µε ιδιαίτερες εκπαιδευτικές ανάγκες στην πλειοψηφία (ή και σε όλα) τα
ελληνικά σχολεία της δημόσιας και σε ορισμένες περιπτώσεις και της ιδιωτικής
εκπαίδευσης, συνεπώς «η ένταξη» είναι μία διαδικασία η οποία εξελίσσεται
συνεχώς και αποζητά πάντα νέες μεθόδους για την εφαρμογή της.
Χωρίς ιδιαίτερη έμφαση στη
σωματική ικανότητα, τις δεξιότητες ή τη γνωσιακή λειτουργικότητα, η έννοια της
συνεκπαίδευσης αναπτύσσει τις σχέσεις όλων των παιδιών µμεταξύ τους (µε
ιδιαίτερες και χωρίς ιδιαίτερες ανάγκες) και υποστηρίζει την κοινωνική
αλληλεπίδραση, ωφελώντας όλους τους μαθητές από τη συμμετοχή σε ένα ερεθιστικό
περιβάλλον στο οποίο οι ατομικές διαφορές και ο ιδιαίτερος τρόπος μάθησης
λαμβάνονται υπόψη και εξασφαλίζεται χρόνος για ερωτήσεις, πειραματισμό,
συζήτηση και συνεργατική μάθηση.
Δεδομένου ότι πίσω από την
εκπαίδευση των παιδιών μας υπάρχει κ εξελίσσεται ένα μεγάλο φάσμα επιστημόνων,
οι ειδικοί παιδαγωγοί και το άλλο εξειδικευμένο προσωπικό, έχουν την ευκαιρία
να αναλάβουν περισσότερο ευέλικτες εκπαιδευτικές υπηρεσίες, όπως εκείνων της
συνεργατικής διδασκαλίας και της συμβουλευτικής προς το προσωπικό του γενικού
σχολείου, ώστε να βελτιώσουν το επίπεδο των ικανοτήτων τους στην υποστήριξη
όλων των παιδιών μέσα στην τάξη. Στο νέο μοντέλο είναι φανερό ότι οι
απαιτήσεις σε γνώσεις, δεξιότητες, αλλά και σε υποστηρικτικό μηχανισμό και
υπηρεσίες αυξάνουν τόσο για το προσωπικό του σχολείου όσο και για όλους τους
άλλους εμπλεκόμενους φορείς, με αποτέλεσμα να θέτονται στόχοι για νέους
εξελιγμένους τρόπους διαχείρισης των ανθρωπίνων και των υλικών πόρων.
Παρ' όλη την ανάπτυξη των επιστημών και των μέσων γύρω από την ειδική αγωγή, οι οικογένειες
παιδιών με ειδικές ανάγκες φαίνεται να βιώνουν αυξημένα ποσοστά άγχους που σχετίζονται με την αποδοχή και εκπαίδευση του παιδιού τους. Η φοίτηση του παιδιού τους στο «κανονικό»
σχολείο παρά το γεγονός ότι γίνεται με πολλές δυσκολίες και για τους ίδιους και
για το παιδί, τους δίνει την ψευδαίσθηση πως είναι φυσιολογικό, μπορεί να τα
καταφέρει μαζί με τα άλλα. Σε πολλές περιπτώσεις η ένταξη φέρνει θετικά
αποτελέσματα από την άποψη ότι τα παιδιά κοινωνικοποιούνται και μαθαίνουν να
συνυπάρχουν με τη διαφορετικότητα. Για
τους εκπαιδευτικούς της γενικής αγωγής είναι αρκετά δύσκολο μέσα στα πλαίσια
του σχολικού ωρολογίου προγράμματος να αφιερώσουν ιδιαίτερο χρόνο στην κάλυψη
των μαθησιακών κενών. Ακόμα και όταν αυτό συμβεί θα είναι εις βάρος κάποιων
άλλων μαθητών. Από την άλλη πλευρά η φοίτηση σε
ειδικό σχολείο μπορεί να θεωρηθεί από κάποιους γονείς «στίγμα» για τα παιδιά
τους. Ή αντίθετα να θεωρούν ότι το ειδικό σχολείο θα βοηθήσει περισσότερο τα
παιδιά τους χάρις το εξειδικευμένο προσωπικό που επικεντρώνεται στις ιδιαίτερες
πτυχές του παιδιού ώστε να σημειώσει πρόοδο.
Σε μερικές περιπτώσεις θα
συναντήσουμε παραίτηση των γονέων από τον αγώνα για την εκπαίδευση του παιδιού
τους που μπορεί να οφείλεται σε απογοήτευση για την αναπηρία του, σε αδυναμία
να αντεπεξέλθουν οικονομικά, αν το παιδί χρειάζεται επιπλέον βοήθεια και άλλους
παράγοντες όπως ψυχικά προβλήματα των γονέων, χαμηλό κοινωνικό επίπεδο,
εγκατάλειψη της οικογένειας από τον ένα γονέα. Εδώ μπορεί να συναντήσουμε την προσπάθεια
των ίδιων των παιδιών να θέλουν να πάνε σχολείο, να θέλουν να μάθουν. Σε αυτές
τις περιπτώσεις αυτοί που βοηθούν ουσιαστικά τα παιδιά αυτά είναι οι
εκπαιδευτικοί και οι ειδικοί που βρίσκονται κοντά τους.
Συνεπώς, αυτό που πρέπει να έχουν
οι γονείς ως προτεραιότητα είναι «τα θέλω» και την προσαρμογή των ίδιων των παιδιών
τους σε ένα γενικό ή ειδικό σχολείο, καθώς η στάση που το παιδί αναπτύσσει,
μπορεί να αποτελέσει είτε ανασταλτικό είτε επιβοηθητικό παράγοντα στην
περαιτέρω κοινωνική συμμετοχή και ένταξή του, λειτουργώντας τόσο προς όφελός
του εαυτού του όσο και του κοινωνικού συνόλου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου