Σύμφωνα με τον Freud, οι ενήλικες άνθρωποι συνήθως
αποφεύγουν να μιλούν για το θάνατο σε αντίθεση με τα παιδιά που δεν έχουν
αναστολές και διακρίνονται από ενθουσιασμό χρησιμοποιώντας συχνά στο παιχνίδι
τους και στο λόγο τους εκφράσεις συνυφασμένες με το θάνατο. Τα παιδιά στο
παιχνίδι τους υποδύονται συχνά ότι πεθαίνουν ή ότι σκοτώνουν γιατί μέσα από
αυτό το φανταστικό παιχνίδι η πραγματική ζωή αποκτά όλο της το νόημα.
Για να κατανοήσουν τα παιδιά την
έννοια του θανάτου, πρέπει πρώτα να κατανοήσουν ότι ο θάνατος αφορά όλα τα
έμβια όντα χωρίς καμιά εξαίρεση, ότι ο θάνατος είναι αναπόφευκτος και ότι η
χρονική στιγμή του θανάτου είναι απρόβλεπτη. Η παύση των ζωτικών λειτουργιών
αναφέρεται στην κατανόηση ότι όταν ένας ζωντανός οργανισμός πεθάνει, όλες οι
λειτουργίες που ορίζουν τη ζωή σταματούν.
Υπάρχουν μελέτες από τη δεκαετία
του 1960 που αναφέρονται στην κατανόηση του θανάτου από τα παιδιά. Τα
αποτελέσματα των σχετικών ερευνών σχετικά με την κατανόηση της έννοιας του
θανάτου, δείχνουν ότι τα παιδιά αποκτούν μια σχετική κατανόηση όλων των
προηγούμενων εννοιών περίπου μεταξύ των 5 και 7 ετών και στην ηλικία των 10
ετών έχουν αποκτήσει μια ώριμη αντίληψη της έννοιας του θανάτου.
Ας δούμε την αντίληψη του θανάτου
από τα παιδιά σε κάθε ηλικία. Κατά τη βρεφική
και πρώτη νηπιακή ηλικία (0-3 ετών), το παιδί δεν αντιλαμβάνεται την έννοια του θανάτου,
είναι όμως ικανό να διαπιστώσει την απουσία και τη θλίψη των ενηλίκων, η οποία
αντικατοπτρίζεται στη συμπεριφορά τους απέναντί του, όπως απώλεια
διαύγειας και διάθεσης για παιχνίδι μαζί του, άγχος, εκνευρισμός κλπ. Με
αυτό τον τρόπο το παιδί εισπράττει δύο απώλειες, εκείνου που έφυγε και εκείνου
που έμεινε να το φροντίζει.
Κατά το προσυλλογιστικό στάδιο σκέψης, το οποίο διαρκεί από το 2ο έως το 4ο έτος της ζωής, το παιδί
δεν έχει σχηματίσει πλήρως τις αφηρημένες έννοιες και κατ’επέκταση δεν μπορεί
να αντιληφθεί την οριστικότητα και μη αναστρεψιμότητα του θανάτου. Τα παιδιά σε
αυτήν την ηλικία αντιλαμβάνονται την ζωή κυκλικά. Μετά την ζωή ακολουθεί ο
θάνατος, μετά τον θάνατο ξανά η ζωή. Θεωρούν ότι ο θάνατος είναι μία κατάσταση
ύπνου, όπου ο νεκρός κάποια στιγμή θα ξυπνήσει ή ένα ταξίδι από το οποίο ο
νεκρός θα επιστρέφει. Επειδή η σκέψη σε αυτό το στάδιο είναι μαγική (μπορεί να
πιστεύει το παιδί ότι ορισμένα πράγματα ή ορισμένοι άνθρωποι έχουν υπερφυσικές
δυνάμεις ή βιώνει τον εαυτό του ως επίκεντρο του κόσμου), οι λανθασμένες
αντιλήψεις μπορεί να δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα. Συχνά τα παιδιά αυτής της
ηλικίας δεν μπορούν να αντιληφθούν τις πραγματικές αιτίες που μπορεί να
προκαλέσουν το θάνατο. Μπορεί να θεωρήσουν ότι οι σκέψεις τους, τα συναισθήματα
τους και οι πράξεις τους προκαλούν διάφορα πράγματα στον εαυτό τους και στους
άλλους. Ο ανώριμος τρόπος σκέψης της ηλικίας αυτής, γνωστός ως «ψυχολογική
αιτιότητα», αναφέρεται στην τάση του παιδιού να αποδίδει στα διάφορα γεγονότα
ψυχολογικά κίνητρα. Έτσι, παραδείγματος χάριν, το παιδί μπορεί να πιστεύει ότι
πέθανε ο πατέρας του γιατί το ίδιο είχε θυμώσει μαζί του.
Τα παιδιά της ηλικίας 7-10 ετών (στάδιο συγκεκριμένων
νοητικών πράξεων) αρχίζουν να κατανοούν ότι ο θάνατος είναι ένα φαινόμενο
αναπόφευκτο και παγκόσμιο, αλλά δεν μπορούν να σκεφτούν ότι ο θάνατος μπορεί να
αφορά και τα ίδια. Αποδέχονται το γεγονός ότι θα πεθάνουν κάποτε, δέχονται όμως
ευκολότερα την ιδέα του θανάτου των άλλων παρά του δικού τους. Επίσης η σκέψη
των παιδιών αυτής της ηλικίας συνεχίζει να περιέχει μαγικά στοιχεία έτσι συχνά
τα παιδιά αυτά πιστεύουν ότι ο νεκρός μπορεί να τα ακούει ή να τα βλέπει.
Στην εφηβική ηλικία τα παιδιά είναι σε θέση να κατανοήσουν πλήρως τη μονιμότητα και το νόημα του
θανάτου. Μπορεί να προτρέξουν σε φίλους ή μέλη της οικογένειας τους για συμπαράσταση ή μπορεί να απομονωθούν και να προσπαθήσουν από
μόνοι τους να διαχειριστούν τα συναισθήματα απώλειας και πένθους που βιώνουν. Ο
έφηβος επίσης μπορεί να αντιδράσει με κυνικό τρόπο απέναντί στο θάνατο
αγαπημένου προσώπου ή υπό τον φόβο και την άρνηση να μην δείξει τα πραγματικά
του συναισθήματα , να θεωρηθεί αναίσθητος/η από τους υπόλοιπους πενθούντες.
Ωστόσο, οι αντιδράσεις που θα εκδηλώσει κάθε παιδί στην
απώλεια εξαρτιόνται από το είδος του θανάτου, από τις αντιδράσεις των συγγενών,
από τα δημογραφικά χαρακτηριστικά του παιδιού, όπως η ηλικία και το
κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, τη προσωπικότητα του παιδιού, τους παράγοντες
κινδύνου που ήταν εκτεθειμένο το παιδί πριν την απώλεια, όπως μια ψυχική
ασθένεια ή κοινωνικά προβλήματα, το είδος των σχέσεων που έχει με την
οικογένεια του και τέλος από την ύπαρξη πριν και μετά το θάνατο διαθέσιμων
υποστηρικτικών υπηρεσιών.
Οι πιο συνηθισμένες αντιδράσεις
των παιδιών μετά την απώλεια είναι οι εξής:
Κλονισμός και άρνηση. Τα
παιδιά συνήθως χρησιμοποιούν την έκφραση «δεν το πιστεύω» και μερικά αρνούνται
πεισματικά το γεγονός, κρατώντας μακριά τους το οδυνηρό συμβάν. Αυτό αποτελεί
έναν μηχανισμό άμυνας, ο οποίος βοηθάει ώστε να δοθεί χρόνος στο παιδί να το
αποδεχθεί.
Θυμός. Ο θυμός μπορεί να κατευθυνθεί
προς διάφορες μεριές, θυμός ενάντια στο θάνατο, ενάντια στον θεό που επέτρεψε
να συμβεί αυτό, ενάντια στους ενήλικες που δεν τα αφήνουν να πενθήσουν μαζί
τους, ακόμη και ενάντια στον νεκρό που τα εγκατέλειψε.
Ενοχή και αυτοκατηγορίες. Πολλές φορές
τα παιδιά βιώνουν ενοχές, θεωρώντας ότι ευθύνονται τα ίδια για τον θάνατο.
Ακόμα και όταν δεν υπάρχει σύνδεση μεταξύ κάποιας πράξης του παιδιού και του
θανάτου, τα παιδιά αισθάνονται ένοχα. Άλλες φορές τα αισθήματα ενοχής
συνδέονται με συνειδητή ή ασυνείδητη επιθετικότητα που υπάρχει για το πρόσωπο
που πέθανε.
Δυσκολίες στον ύπνο.
Πολλά παιδιά έχουν πρόβλημα με τον ύπνο. Υποφέρουν από αϋπνίες, δυσκολεύονται
να κοιμηθούν, αρνούνται να κοιμηθούν ή ξυπνούν συχνά και έχουν εφιάλτες. Πολύ συχνά, τα παιδιά
φοβούνται να κοιμηθούν καθώς το περιβάλλον τους χρησιμοποιεί τη λέξη ύπνος για
να περιγράψει το θάνατο. Πολλές φορές και ανάλογα με την ηλικία στην οποία
βρίσκονται, μπορεί ακόμη να φοβούνται το νεκρό, ότι μπορεί να έρθει στον ύπνο
τους. Τα παιδιά που δεν είχαν την ευκαιρία να εκφραστούν ή αυτά που σκόπιμα
προσπαθούν να μπλοκάρουν τις σκέψεις τους, υποφέρουν περισσότερο από εφιάλτες.
Απόσυρση. Ένα μεγάλο
μέρος των παιδιών που βιώνουν απώλεια νιώθουν απομονωμένα, ιδιαίτερα κατά την
αρχική φάση του πένθους. Μερικά παιδιά δείχνουν απαθή, είναι σαν να έχουν
πετρώσει. Αυτό πιθανόν συμβαίνει επειδή τα συναισθήματα είναι τόσο έντονα που
αδυνατούν να τα αντιμετωπίσουν.
Σωματικές εκδηλώσεις. Τα παιδιά
αναπτύσσουν συχνά ψυχοσωματικά συμπτώματα όπως απώλεια όρεξης, πονοκέφαλοι,
στομαχικές διαταραχές, κόπωση, έλλειψη ενεργητικότητας.
Προβλήματα με το σχολείο. Συχνά τα
παιδιά εμφανίζουν προβλήματα συγκέντρωσης στο μάθημα. Η θλίψη και οι διεργασίες
του θρήνου προκαλούν ένα βραδύτερο τρόπο σκέψης, έλλειψη ενέργειας και έλλειψη
πρωτοβουλιών. Το παιδί δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί στην εργασία του, είναι
απρόσεκτο και παρουσιάζει δυσκολίες μάθησης.
Άλλες αντιδράσεις περιλαμβάνουν την
παλινδρόμηση σε προηγούμενα στάδια ανάπτυξης-συχνά τα παιδιά παλιμπαιδίζουν-
αλλαγές στην προσωπικότητα, απαισιοδοξία για το μέλλον και υπεραπασχόληση με το
νόημα του συμβάντος και τις αιτίες που το προκάλεσαν. Η διάρκεια και η
σοβαρότητα των αντιδράσεων αυτών επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες, όπως η
σχέση του παιδιού με το θανόντα, η στήριξη από το περιβάλλον του, το αν ο
θάνατος ήταν ξαφνικός ή όχι, οι συνθήκες του θανάτου, και το αναπτυξιακό στάδιο
του παιδιού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου