Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2019

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗΣ ΣΤΙΣ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ ΥΠΝΟΥ ΤΩΝ ΕΓΚΥΩΝ

Συνεχίζουμε και σήμερα με ένα απόσπασμα από τη διατριβή μου με θέμα "Η επίδραση της Κατάθλιψης στις Συνήθειες Ύπνου των Εγκύων", το οποίο αναφέρεται στα αποτελέσματα της έρευνας που είχα διεξάγει και ενδιαφέρει πολλές μανούλες!

Όπως είχαμε αναφέρει και στο προηγούμενο άρθρο, οι γυναίκες είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς στο να βιώσουν κατάθλιψη κάποια στιγμή στη ζωή τους. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η πιθανότητα αυτή είναι ακόμη μεγαλύτερη λόγω των ορμονικών, ανοσολογικών και λειτουργικών μεταβολών που συμβαίνουν. Επιπλέον, οι σωστές συνήθειες ύπνου είναι σημαντικές διότι βοηθούν στο να εξασφαλιστεί η απαραίτητη μητρική ενέργεια προκειμένου να καλυφθούν οι εμβρυικές ανάγκες. Σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση της επίδρασης της κατάθλιψης στις συνήθειες ύπνου των εγκύων από τα μέσα της κυοφορίας και μετά (δεύτερο και τρίτο τρίμηνο εγκυμοσύνης). Παράλληλα, η μελέτη εξέτασε τη σχέση της κατάθλιψης με συγκεκριμένες διαταραχές ύπνου στην εγκυμοσύνη. Στην παρούσα μελέτη συμμετείχαν 100 έγκυες και μετρήθηκαν δημογραφικά χαρακτηριστικά όπως η ηλικία, το βάρος, το ύψος, ο τόπος κατοικίας, το επίπεδο εκπαίδευσης και η οικογενειακή κατάσταση. Στη συνέχεια, χρησιμοποιήθηκε το  Edinburg Postnatal Depression Scale, ένα εργαλείο προσυμπτωματικού ελέγχου για τον εντοπισμό ασθενών που διατρέχουν κίνδυνο περιγεννητικής κατάθλιψης. Στη μελέτη χρησιμοποιήθηκε ένα ακόμη εργαλείο, το Pittsburgh Sleep Quality Index το οποίο χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της ποιότητας και των προτύπων του ύπνου.

Σε δείγμα 100 εγκύων το ποσοστό που φαίνεται να έχουν πιθανή κατάθλιψη ήταν 25% ενώ το ποσοστό των εγκύων που δείχνει ότι πάσχουν από μία καταθλιπτική ασθένεια ποικίλης σοβαρότητας ήταν 18%. Σε έρευνα που είχε διεξαχθεί από τον Οκτώβριο του 2014 έως τον Δεκέμβριο του 2015 σε ένα Κοινοτικό Κέντρο Υγείας  στις ΗΠΑ, σε δείγμα 419 εγκύων το ποσοστό που δείχνει να πάσχει από ήπια κατάθλιψη ήταν 4,2% ενώ οι έγκυες που εμφάνισαν πιο σοβαρή μορφή κατάθλιψης ήταν 7,2% (Gordon et al. 2006).

Όσον αφορά τη συνολική βαθμολογία ποιότητας ύπνου, οι μητέρες με χαμηλή ποιότητα ύπνου έφταναν το 93%. Επίσης το ποσοστό των εγκύων που είχαν διάρκεια ύπνου <= 5 ωρών ήταν 5,3%. Το ποσοστό των μητέρων που μπορούσαν να κοιμηθούν 6-7 ώρες ήταν 53,2% ενώ οι έγκυες με ύπνο >8 ωρών έφταναν το 19,1%. Στην έρευνα που πραγματοποίησε το Aegean Obstetrics and Gynecology Training and Research Hospital σε 102 γυναίκες, το ποσοστό που συγκέντρωσε βαθμολογία >5 ήταν 61,1% (Sebnem et al, 2012). Οι Mindell και Jacobson (2000) κατέγραψαν, μελετώντας 127 έγκυες που διένυαν διαφορετική περίοδο της κυοφορίας, ότι η μέση διάρκεια του ύπνου ήταν 7,7 ώρες. Σημαντικό αποτελεί το γεγονός ότι στην εν λόγω έρευνα οι έγκυες πίστευαν ότι η μέση συνολική διάρκεια του ύπνου ήταν 8,2 ώρες, αποδεικνύοντας την ύπαρξη απόκλισης μεταξύ του αντικειμενικού και του υποκειμενικού ύπνου. Οι Hedman et al. (2003) κατέγραψαν, εξετάζοντας 325 έγκυες από τη Φινλανδία, παρόμοια αποτελέσματα με τους Mindell και Jacobson (2000). Συγκεκριμένα, κατέγραψαν ότι η μέση συνολική διάρκεια του ύπνου πριν την εγκυμοσύνη ήταν 7,8 ώρες ανά εικοσιτετράωρο.

 Στη  μελέτη μας επίσης παρατηρήθηκε ένα σημαντικό ποσοστό που αφορά προβλήματα με την αναπνοή μία ή δύο φορές την εβδομάδα το οποίο φτάνει το 17%. Σε άλλες ανάλογες έρευνες, παρατηρήθηκε αύξηση της τάξεως του 11,4% στα αναπνευστικά συμπτώματα που σχετίζονται με τον ύπνο των εγκύων (Pien et al. 2005; Hedman et al. 2003). Επιπλέον, στη μελέτη μας οι έγκυες που δήλωσαν ότι τα αναπνευστικά προβλήματα δυσχεραίνουν τον ύπνο τους σε συχνότητα μία ή δύο φορές την εβδομάδα ήταν 17%, ενώ σύμφωνα με την έρευνα των Facco et al (2010) σε δείγμα 202 γυναικών το ποσοστό που αντιμετώπισε αναπνευστικά προβλήματα ήταν 17,5%.

Eπίσης βρήκαμε ότι οι μητέρες που ήταν απόφοιτες Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης είχαν μικρότερη βαθμολογία επιλόχειας κατάθλιψης σε σχέση με τις μητέρες Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, λόγω του αυξημένου επιπέδου γνώσεων, ενημέρωσης και ορθολογικής διαχείρισης του άγχους και όποιων παραγόντων οδηγούν στην κατάθλιψη. Οι μητέρες που βρίσκονταν σε συμβίωση είχαν μικρότερη βαθμολογία κατάθλιψης σε σχέση με τις μητέρες που δεν βρίσκονταν σε συμβίωση. Οι τελευταίες, παρουσίασαν μεγαλύτερη βαθμολογία κατάθλιψης λόγω απουσίας συζύγου.  Οι εργαζόμενες είχαν μικρότερο ποσοστό κατάθλιψης λόγω οικονομικής ανεξαρτησίας και ευελιξίας από εκείνες που ήταν άνεργες  και τέλος, οι έγκυες που είχαν στήριξη από το οικογενειακό τους περιβάλλον είχαν μικρότερο και πάλι ποσοστό από εκείνες που είχαν μέτρια στήριξη. Στην έρευνα των Kastello et al (2016) οι έγκυες που κατείχαν τίτλους σπουδών είχαν επίσης μικρότερο ποσοστό εμφάνισης κατάθλιψης (32%) σε σχέση με τις έγκυες που είχαν μηδενική ή κατώτερη μόρφωση (66%). Ομοίως, το 62,2% των μητέρων που δεν βρίσκονταν σε συμβίωση  εμφάνισαν κατάθλιψη, ενώ το 37,8% των μητέρων σε συμβίωση.

 Τέλος, αναφορικά με τη βαθμολογία ποιότητας ύπνου σε σχέση με τα δημογραφικά χαρακτηριστικά, σύμφωνα με την πολυμεταβλητή γραμμική παλινδρόμηση βρέθηκε ότι οι μητέρες μεγαλύτερης ηλικίας είχαν μικρότερη βαθμολογία ποιότητας ύπνου σε  σχέση με τις νεότερες μητέρες. Το ίδιο αποτέλεσμα προκύπτει και από την έρευνα των Facco et al (2010) όπου φαίνεται ότι το 54% των εγκύων > 35 έχουν κακή ποιότητα ύπνο, ενώ εκείνες που είναι μεταξύ 24 και 34 ετών αγγίζουν το 37,6%. 

Συνοψίζοντας, παρατηρούμε ότι τα αποτελέσματα της μελέτης μας όπως επίσης και άλλων μελετών σχετικά με την ποιότητα ύπνου και την κατάθλιψη των εγκύων, είναι ανάλογα της συναισθηματικής υγείας, της οικογενειακής κατάστασης, του επιπέδου μόρφωσης και του υποστηρικτικού περιβάλλοντος που πλαισιώνει την εγκυμονούσα. 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΤΑ ΠΑΙΔΑΚΙΑ ΜΑΘΑΙΝΟΥΝ ΝΑ ΠΛΕΝΟΥΝ ΤΑ ΧΕΡΑΚΙΑ

Αγαπητοί γονείς και κηδεμόνες, Βιώνοντας πρωτόγνωρες στιγμές αυτή την περίοδο, πρωταγωνιστικό ρόλο για όλους μας έχει η ατομική υγ...