Προκειμένου να ανιχνεύσουμε αν
ένα παιδί πάσχει από ΔΕΠΥ, θα πρέπει να διακρίνουμε όλες εκείνες τις
συμπεριφορές που μπορούν να χαρακτηριστούν ως παθολογικές. Στα προσχολικά
χρόνια ενός παιδιού συνηθίζεται να συναντούμε παρορμητικές συμπεριφορές,
ελλειμματική προσοχή και διαρκή κινητικότητα, οι οποίες θεωρούνται φυσιολογικές
και αναμενόμενες για την ηλικία που διανύει το παιδί.
Επειδή όλοι παρουσιάζουμε σημάδια
αυτών των συμπεριφορών κάποια στιγμή, οι κατευθυντήριες γραμμές που καθορίζουν
το αν ένα άτομο έχει ΔEΠY, είναι πολύ συγκεκριμένες. Για να διαγνωστεί κάποιος
με ΔEΠY πρέπει να παρουσιάζει έξι από τα εννέα χαρακτηριστικά, είτε στον τύπο
ελλειμματικής προσοχής είτε στον τύπο υπερκινητικότητας ή και στους 2 τύπους.
Συνεπώς ένα παιδί 5
ετών που παρουσιάζει ένα μεμονωμένο και έντονο σύμπτωμα της ΔΕΠ-Υ στο σχολικό
του περιβάλλον, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί με διαταραχή ΔΕΠΥ. H
διαδικασία αξιολόγησης του παιδιού με ΔEΠY είναι πολύπλευρη. Πολλά βιολογικά
και ψυχολογικά προβλήματα έχουν συμπτώματα όμοια με αυτά που παρουσιάζουν τα
παιδιά με ΔEΠY. Για παράδειγμα, ανησυχία, κατάθλιψη και διάφορα είδη μαθησιακών
δυσκολιών μπορεί να δημιουργήσουν παρόμοια συμπτώματα. Δεν υπάρχει μόνο μια
διαγνωστική εξέταση για τη ΔEΠY. Mια πλήρης αξιολόγηση είναι απαραίτητη και
πρέπει να περιλαμβάνει κλινική εκτίμηση της ακαδημαϊκής, κοινωνικής και
συναισθηματικής λειτουργίας και του αναπτυξιακού επιπέδου του ατόμου. Θα πρέπει
να λαμβάνεται με προσοχή το ιστορικό από τους γονείς, τους δασκάλους και, όπου
αρμόζει, από το ίδιο το παιδί. Συχνά οι κλινικοί επιστήμονες χρησιμοποιούν
λίστες επαλήθευσης που αποκλείουν άλλες διαταραχές.
Ένα από τα βασικά συμπτώματα της
ΔΕΠΥ είναι η έλλειψη προσοχής. Τα παιδιά μπορεί να παρουσιάζουν δυσκολίες στον
προσανατολισμό της προσοχής τους, να προσανατολίζουν την προσοχή τους σε
ερεθίσματα ή να αποτυγχάνουν να εντοπίζουν εκείνα τα ερεθίσματα, στα οποία
αναμένεται ότι θα αποκριθούν. Επίσης, ενδέχεται να αποκρίνονται σε λανθασμένες
πτυχές ενός ερεθίσματος ή σε ένα εξ ολοκλήρου ακατάλληλο ερέθισμα.
Στο σπίτι εμφανίζει δυσκολίες στη
διατήρηση της προσοχής όσο αφορά το παιχνίδι για παρατεταμένο χρονικό διάστημα
χωρίς επίβλεψη ή προσοχή από άλλους, την αδυναμία να φέρει εις πέρας ορισμένες
εύκολες εργασίες και να ολοκληρώσει εργασίες που του ανατίθενται. Στο σχολείο
το παιδί αποσπάται από τα ερεθίσματα που βρίσκονται μέσα στην σχολική αίθουσα,
ή από δραστηριότητες που κάνουν, ίσως, τα άλλα παιδιά και πολλές φορές φαίνεται
να επικεντρώνεται η προσοχή του σε όλα σχεδόν τα πράγματα, εκτός από αυτό που
του έχει ζητηθεί να κάνει και έτσι χάνει τη ροή του μαθήματος. Εκεί φαίνεται να
βασίζεται η φράση του μελετητή της διαταραχής R. Barkley, ότι η διάσπαση της
προσοχής στην διαταραχή της ελλειμματικής προσοχής συνδέεται με τη δυσκολία του
παιδιού να αναστείλει τις αυθόρμητες αντιδράσεις του. Δηλαδή το παιδί δεν
μπορεί να σταματήσει την αντίδραση του προς ένα ερέθισμα πιο ελκυστικό από αυτό
στο οποίο καλείται να προσηλώσει την προσοχή του. Αυτό σημαίνει ότι θα στρέψει
την προσοχή του σε οτιδήποτε άλλο που του έλκει περισσότερο το ενδιαφέρον στο
χώρο παρά σε αυτό που του έχει ζητηθεί να κάνει. Άρα το παιδί αδυνατεί να θέσει
ως προτεραιότητα την εργασία που πρέπει να ολοκληρώσει και αποσπάται με τυχαία
αντικείμενα ή συμβάντα την δεδομένη στιγμή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου