Οι
μητέρες με τα βρέφη τους αναπτύσσουν έναν πρωτογενή διάλογο. Αυτή η
πρωτοσυνομιλία είναι μια μη λεκτική επικοινωνία, μία αρμονική ανταλλαγή
μηνυμάτων μεταξύ του βρέφους και της μητέρας. Τα σήματα επικοινωνίας που
χρησιμοποιούν τα βρέφη είναι πολλά όπως το χαμόγελο, οι σωματικές κινήσεις, οι
εκφράσεις προσώπου, παρόλα αυτά το πιο ισχυρό επικοινωνιακό σήμα παραμένει το
κλάμα.
Το κλάμα αποτελεί στοιχείο του συστήματος της μη λεκτικής
επικοινωνίας και συμπληρώνει την επικοινωνία στο λεκτικό επίπεδο. Για τον λόγο
αυτό διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στον καθορισμό της σχέσης εφόσον συμβαίνει σε
διαπροσωπικό επίπεδο. Το βρεφικό κλάμα ορίζεται ως μια φυσική και πρώιμη
συμπεριφορά, η οποία εκφράζει πόνο ή έντονα συναισθήματα. Παλιότερα το βρεφικό
κλάμα θεωρούνταν ένας ήχος χωρίς νόημα. Σήμερα είναι εμφανές πως το κλάμα
αποτελεί μια αντίδραση σε ένα ερέθισμα και λειτουργεί ως μέσο επικοινωνίας. Όλα
τα βρέφη κλαίνε καθώς είναι απόλυτα φυσιολογικό εφόσον δεν έχουν αναπτύξει άλλη
μορφή επικοινωνίας, το κλάμα είναι ο μόνος τρόπος που διαθέτουν για να ζητήσουν
βοήθεια όταν νιώθουν κάποια ενόχληση, όταν θέλουν να καλέσουν την μητέρα τους,
να παραπονεθούν ή απλά να βρεθούν πάλι στη ζεστή αγκαλιά της.
O John Bowlby ήταν ψυχίατρος και μελέτησε τα προβλήματα της
ψυχικής υγείας των παιδιών τα οποία αποχωρίστηκαν τις οικογένειές τους και
τοποθετήθηκαν σε ιδρύματα. Ο Bowlby υποστήριζε πως όταν τα παιδιά αποχωρίζονταν
για πρώτη φορά την μητέρα τους γίνονταν έξαλλα από φόβο, έκλαιγαν, πάθαιναν
κρίσεις οργής και προσπαθούσαν να ξεφύγουν από το περιβάλλον τους. Μετά ερχόταν
το στάδιο της απόγνωσης και της κατάθλιψης. Αν ο αποχωρισμός συνεχιζόταν και
δεν δημιουργούσαν νέα σταθερή σχέση τότε τα παιδιά αδιαφορούσαν. Σύμφωνα με τον
Bowlby η αδιάφορη συμπεριφορά σήμαινε αποδέσμευση. Όταν αναπτύσσονται τα βρέφη
είναι ευάλωτα και παραμένουν κοντά στη μητέρα για να νιώθουν ασφάλεια και να
μπορέσουν να επιβιώσουν. Ένα βρέφος όμως επιθυμεί να εξερευνήσει τον κόσμο γύρω
του. Η εξερεύνηση απαιτεί χρόνο μακριά από την μητέρα και έτσι απομακρύνεται
από αυτήν. Ο Bowlby υποστήριξε πως υπάρχει ένας μηχανισμός ισορροπίας του
βρέφους μεταξύ της ανάγκης για ασφάλεια και της ανάγκης για μάθηση. Ο
μηχανισμός ισορροπίας είναι η προσκόλληση που αναπτύσσει με την μητέρα του. Η
σχέση αυτή αναπτύσσεται μέσα σε τέσσερις φάσεις στα δύο πρώτα χρόνια της ζωής
του παιδιού.
Η πρώτη φάση ονομάζεται «Η φάση πριν την προσκόλληση». Αυτή η φάση
ξεκινάει και διαρκεί τις έξι πρώτες εβδομάδες μετά τη γέννηση του βρέφους.
Εκείνη την περίοδο τα βρέφη βρίσκονται σε στενή επαφή με τον φροντιστή διότι
τους παρέχει τροφή, φροντίδα και νιώθουν άνετα μαζί του.
Η δεύτερη φάση είναι «Η διαμόρφωση της προσκόλλησης». Η φάση αυτή
διαρκεί από τον δεύτερο ως τον όγδοο μήνα. Σε αυτή τη φάση το βρέφος χαμογελά,
φλυαρεί, κλαίει για να τραβήξει τη προσοχή του φροντιστή. Τα βρέφη κάνουν
διακρίσεις και ανταποκρίνονται διαφορετικά στα οικεία πρόσωπα από ότι στους
αγνώστους. Όταν έρχονται σε επαφή με άγνωστα πρόσωπα και αντικείμενα δείχνουν
σημάδια επιφυλακτικότητας.
Η τρίτη φάση αναφέρεται ως «Η φάση της σαφούς προσκόλλησης».
Διαρκεί από τον όγδοο μήνα ως το δεύτερο έτος της ζωής. Σε αυτή τη φάση γίνεται
ξεκάθαρη η σχέση και το είδος προσκόλλησης που έχει αναπτύξει με τον φροντιστή
του. Η συμπεριφορά του βρέφους είναι οργανωμένη έτσι ώστε να νιώθει ασφάλεια.
Εδώ εμφανίζεται το άγχος του αποχωρισμού όταν φεύγει η μητέρα, ο φροντιστής.
Όταν η απόσταση μεταξύ μητέρας και βρέφους είναι μεγάλη φροντίζουν και οι δύο
να μειώσουν αυτή την απόσταση. Φαίνεται σε αυτή τη φάση το είδος της
προσκόλλησης που έχει το βρέφος για να πετύχει την εγγύτητα με τον φροντιστή
του. Η μητέρα αποτελεί την ασφαλή βάση από την οποία το βρέφος απομακρύνεται
για να εξερευνήσει, επιστρέφει για να ανανεώσει την επαφή και να ξεκινήσει και
πάλι την εξερεύνηση του.
Η τέταρτη και τελευταία φάση ονομάζεται «Οι αμοιβαίες σχέσεις».
Ξεκινάει αυτή η φάση μετά το τέλος του δεύτερου χρόνου. Σε αυτή τη φάση το
παιδί κινείται όλο και περισσότερο και περνάει περισσότερο χρόνο μακριά από τον
φροντιστή. Η σταθερή και αμοιβαία σχέση βοηθά το παιδί να διατηρήσει το αίσθημα
της ασφάλειας στις όλο και πιο συχνές περιόδους αποχωρισμού. Το παιδί
αντιλαμβάνεται τον φροντιστή σαν ανεξάρτητο άτομο. Διακρίνει τους στόχους των
άλλων ανθρώπων, τα συναισθήματα και σχεδιάζει τις πράξεις του σύμφωνα με αυτά.
Η Mary Ainsworth χρησιμοποιώντας τη διατύπωση του Bowlby, διέκρινε
αρχικά τρείς τύπους προσκόλλησης τους οποίους δημιουργεί το παιδί με το πρόσωπο
προσκόλλησης, ο ασφαλής τύπος, ο αποφυγής, ο αμφιθυμικός, και αργότερα
προστέθηκε ο αποδιοργανωτικός. Στη συνέχεια σχεδίασε μια διαδικασία που
ονομάζεται Συνθήκη με τον Ξένο, με σκοπό να εξετάσει την ασφάλεια της σχέσης
μητέρας-βρέφους. Σύμφωνα με αυτή την διαδικασία κατηγοριοποιούνται οι
αντιδράσεις των βρεφών και αξιολογούνται βάση των αντιδράσεων τους ενώ είναι με
την μητέρα τους, όταν εκείνη φεύγει, προς έναν άγνωστο πρόσωπο και όταν εκείνη
επιστρέφει. Στη συνθήκη με τον ξένο ουσιαστικά δημιουργούνται καταστάσεις που
φέρνουν το βρέφος σε ανησυχία. Στη συνέχεια ενεργοποιούνται οι συμπεριφορές
προσκόλλησης με αποτέλεσμα να αποκαλύπτεται με ποιον τρόπο τα μικρά παιδιά
χρησιμοποιούν τον φροντιστή ως πηγή ασφάλειας.
Ο τύπος προσκόλλησης που αναπτύσσουν τα βρέφη εξαρτάται από το είδος
της φροντίδας που έχουν λάβει. Ο κάθε τύπος προσκόλλησης εκδηλώνεται με
συγκεκριμένες συμπεριφορές. Οι τύποι προσκόλλησης συμπεριλαμβανομένου τα
χαρακτηριστικά τους, είναι οι εξής:
Ø Ασφαλής τύπος
προσκόλλησης (secure) : Το παιδί χρησιμοποιεί τον φροντιστή ως ασφαλή βάση για να
εξερευνήσει τον κόσμο γύρω του. Διαμαρτύρεται όταν εκείνος φεύγει και τον
αναζητά. Αντιδρά θετικά στο άγνωστο πρόσωπο αλλά δεν μπορεί να παρηγορηθεί από
αυτό. Παρηγορείται με την επιστροφή του φροντιστή και αμέσως μετά συνεχίζει το
παιχνίδι του. Ο φροντιστής ανταποκρίνεται κατάλληλα, άμεσα και με συνέπεια στις
ανάγκες του παιδιού.
Ø Τύπος
προσκόλλησης αποφυγής (avoidant): Το παιδί αδιαφορεί όταν ο φροντιστής βρίσκεται στο δωμάτιο.
Αφαιρείται με το παιχνίδι. Δείχνει ελάχιστη ή καθόλου ανησυχία όταν ο
φροντιστής αποχωρεί. Αν είναι ιδιαίτερα αναστατωμένο οι πιθανότητες να το
παρηγορήσει ο ξένος είναι οι ίδιες με αυτές του φροντιστή. Αγνοεί τον φροντιστή
όταν επιστρέψει χωρίς να κάνει προσπάθεια να έρθει κοντά του, το ίδιο ισχύει
και για τον ξένο. Ο φροντιστής
ανταποκρίνεται ελάχιστα ή καθόλου στην ανησυχία του παιδιού. Αποθαρρύνει το
κλάμα του αλλά ενισχύει την ανεξαρτησία του παιδιού.
Ø Αμφιθυμικός
τύπος προσκόλλησης (ambivalent-resistant) : Το παιδί δεν χρησιμοποιεί τον
φροντιστή ως ασφαλή βάση για εξερεύνηση. Μένει κοντά του. Όταν ο φροντιστής
φεύγει, το παιδί ανησυχεί και θυμώνει. Δεν παρηγορείται με την επιστροφή του
και διστάζει να πάει κοντά του, αναζητά την επαφή μαζί του αλλά όταν συμβαίνει
αντιστέκεται θυμωμένα. Δεν ξαναγυρνάει εύκολα στο παιχνίδι. Η ανταπόκριση του φροντιστή είναι ασυνεπής
μεταξύ κατάλληλης ανταπόκρισης και αμέλειας.
Ø Αποδιοργανωτικός
τύπος προσκόλλησης (disorganized): Ενώ ο φροντιστής είναι παρών το παιδί μοιάζει σχεδόν φοβισμένο.
Εμφανίζει στερεοτυπικές κινήσεις στην επιστροφή του φροντιστή, όπως να παγώνει
ή να κάνει μπρος πίσω κινήσεις. Είναι αντιφατική η συμπεριφορά του,
αποπροσανατολισμένη, πλησιάζει τον φροντιστή αλλά με γυρισμένη πλάτη. Ο φροντιστής έχει φοβισμένη ή εκφοβιστική
συμπεριφορά. Αποσύρεται, είναι αρνητικός και συγχυσμένος με τον ρόλο του. Δεν
μπορεί να επικοινωνήσει με το παιδί. Επιπλέον υπάρχουν πιθανότητες να συμβαίνει
και κακοποίηση.
Για
την κατάλληλη ανταπόκριση όσο και η σωστή αλληλεπίδραση της μητέρας με το
βρέφος, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο η μητρική ευαισθησία. Μία ευαίσθητη μητέρα
ανταποκρίνεται κατάλληλα στις ανησυχίες του βρέφους της. Η μητρική ευαισθησία
χαρακτηρίζεται ως μια συμπεριφορά της μητέρας που αντιλαμβάνεται επαρκώς τα
επικοινωνιακά σήματα του βρέφους, τα κατανοεί και αντιδρά άμεσα και ανάλογα σε
αυτά. Είναι φανερό λοιπόν πως η μητρική ευαισθησία και η μητρική ανταπόκριση
συνδέονται. Η μητρική ανταπόκριση στο βρεφικό κλάμα είναι ένα ζήτημα που απασχολεί
ιδιαίτερα τους γονείς. Σίγουρα για τους γονείς είναι οδυνηρό να ακούνε το βρέφος
τους να κλαίει, για αυτό τον λόγο αναζητούν τον σωστό τρόπο ανταπόκρισης στο βρεφικό
κλάμα. Σύμφωνα με την Αμερικανική Παιδιατρική Ακαδημία η κατάλληλη ανταπόκριση στο
κλάμα είναι έγκαιρη κατανόηση των σημάτων ανησυχίας του βρέφους, η άμεση ανταπόκριση
στο κλάμα του, η προσαρμογή στις ανάγκες του καθώς και η προσπάθεια ανακούφισης
της ανησυχίας του.
Μητρική
ευαισθησία θεωρείται η ικανότητα του φροντιστή να αντιλαμβάνεται και να παρεμβαίνει
στα συναισθηματικά σήματα του βρέφους και να ανταποκρίνεται άμεσα και κατάλληλα.
Επιπροσθέτως η μητρική ευαισθησία καθορίζει την μητρική ανταπόκριση στα σήματα του
βρέφους . Ο ευαίσθητος γονέας πρέπει να είναι ικανός να αναγνωρίζει αυτές τις εναλλαγές
των συναισθηματικών αναγκών του παιδιού και να προσηλώνεται σε αυτές. Έτσι το παιδί
χρησιμοποιεί την μητέρα ως ασφαλή βάση για παιχνίδι και ανακούφιση και ως ασφαλή
βάση σε προκλητικές καταστάσεις. Οι μητέρες
με βρέφη που έχουν ασφαλή τύπο προσκόλλησης φαίνεται να είναι πιο ευαίσθητες από
εκείνες με βρέφη που έχουν τύπο προσκόλλησης της αποφυγής. Ωστόσο η ευαισθησία της
μητέρας μειώνεται σε όλους τους τύπους προσκόλλησης όταν το βρέφος έχει έντονη αρνητική
συμπεριφορά (επίμονο κλάμα), αλλά ενισχύεται
όταν το βρέφος διεγείρει θετικά την μητέρα και ανταποκρίνεται στις προσπάθειές της
για αλληλεπίδραση μαζί του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου